Episode 55
Η Γδυμνοπουκαμισάκι, παραδοσιακό ελληνικό παραμύθι
Ήτανε μια γριά και μαγέρευε απ’ όξω με φουφού, κι ήτανε ένα βασιλόπουλο ψηλά στο μπαλκόνι.
Το λοιπόν, πέφτει το χρυσό μήλο από το χέρι του κι έπεσε απάνω στη φουφού κι ετσάκισε της γριάς το τσουκάλι. Κι εκείνο το τσουκάλι έπεσε στα πόδια της και τη ζεμάτισε.
Από τον πόνο που άκουσε είπε:
« Ουχ! που άλλη να μην ήτανε γυναίκα σου, παρά η Γδυμνοπουκαμισάκι».
Τότε το βασιλόπουλο έφυγε κι επήρε τα όρη σκούζοντας να πάει να βρει τη Γδυμνοπουκαμισάκι.
Αυτός είχε τρεις αδελφάδες. Η μία ήταν βασίλισσα των πουλιών, η άλλη των θερίων κι η τρίτη του Κουτσοπάπουζα.
Επήγαινε, πήγαινε το βασιλόπουλο και να σου μια κοπέλα που έβγανε νερό απ’ το πηγάδι.
«Ποιανού είσαι;» την ερωτά
«Είμαι υπηρέτρια του βασιλείου των πουλιών».
Άμα εκατάλαβε εκείνος, βγάνει το δαχτυλίδι του και το ’ρίξε μέσα στο σίγλο [κουβά]. Πάει η κυρά ν’ αδειάσει το νερό, βλέπει το δαχτυλίδι.
Μωρή, πώς ευρέθηκε;
«Ούτε κι εγώ δεν το είδα», λέει η υπηρέτρια.
«Άμε, μωρή, να τόνε φέρεις, είναι αδελφός μου».
Οπού επήγε η κοπέλα και τον ήφερε.
«Καλώς τον αδελφούλη μου. Κάτσε, γιατί εδώ είναι του δράκοντα...»
Δεν έκαμε να τελειώσει την κουβέντα της, να σου ο δράκοντας χτυπάει την πόρτα.
«Να σε κρύψω, μη σε φάει».
Κι απότομα του δίνει ένα μπατσίδι και τόνε κάνει πορτοκάλι, τόνε βάνει στο ράφι. Καθώς εμπήκε ο Δράκοντας:
«A! λέει, βασιλικό αίμα μού μυρίζει!»
«Βασιλικές στράτες περπατείς, βασιλικό αίμα σου μυρίζει», λέει η βασιλοπούλα.
Άμα αποφάγανε του λέει:
«Είναι ο αδελφός μου εδώ και γυρεύει να παντρευτεί τη Γδυμνοπουκαμισάκι».
Ετότενες ο δράκοντας ησύχασε.
«Να πας τώρα», του λέει, «στην άλλη σου αδελφή, τη βασίλισσα των θερίων κι εκείνη θα σε οδηγήσει».
Το παλικάρι εχαιρέτισε κι έφυγε.
Επήγαινε, πήγαινε το βασιλόπουλο, βρίσκει στο δρόμο την κοπέλα που έβγανε νερό.
«Τι κάνεις; λέει. Ποια είσαι;»
«Είμαι υπηρέτρια του βασιλείου των θερίων».
Εκείνος με τρόπο, όσο εμιλούσε, βάνει το δαχτυλίδι του μέσα στο σίγλο.
Πάει η κυρά ν’ αδειάσει το νερό, βλέπει το δαχτυλίδι. Εθύμωσε και τα ’βανε μαζί της:
«Πού τό ’βρήκες το δαχτυλίδι;»
Εκείνη η κακομοίρα εδερνότουνα:
«Να πάθω, να λάβω, δεν ηξέρω».
Τρέχει η βασίλισσα, τόνε βρίσκει, τόνε φιλεί.
«Πώς ήτανε ετούτο, αδελφούλη;»
«Γυρεύω τη Γδυμνοπουκαμισάκι να τη στεφανωθώ».
«Κάθισε και τα λέμε, αδελφούλη».
Το βράδυ που εγύριζε ο δράκοντας, του δίνει εκείνη έναν μπάτσο και τόνε κάνει σκούπα. Τόνε βάνει πίσω από την πόρτα.
«Ου! λέει ο δράκος, βασιλικό αίμα μου μυρίζει. Τι γυρεύει εδώ;»
Βγάνει μαχαίρια πιρούνια κι αρχίνησε να τα τροχάει. Τρουχ! Τρουχ! Τρουχ!
«Τώρα θα τόνε φάω!»
«Βασιλικές στράτες περπατείς, βασιλικό αίμα σου μυρίζει. Αν έρχονταν ο αδελφός μου τι θα του ’καμες;»
«Θα τον είχα αδελφό!
«Ήρθε, λέει, και γυρεύει τη Γδυμνοπουκαμισάκι να τη στεφανωθεί.
«Βαρείο ζήτημα μου γυρεύει, λέει ο δράκοντας. Να πάει στο βασίλειο του Κουτσοπάπουζα και να βρει τη βασίλισσα, την αδελφή του. Μα να προσέξει. Είναι μια τούφα τρία κίτρα. Να κοιτάξει να τ’ αρπάξει και σπάζοντάς τα να ’χει έτοιμο νερό για να λουστεί η κυρά που θα βγει».
Την αυγή το βασιλόπουλο τους αποχαιρετά και φεύγει. Επήγαινε, πήγαινε, βλέπει τον Κουτσοπάπουζα. Του ’δώσε η βασίλισσα κρέας, ρύζι και κρασί, μην πάει και φάει τον αδελφό της. Άμα τον εσκότισε, τον εμέθυσε, κάνει στη ρίζα εκείνος, βλέπει τα τρία κίτρα. Τ’ αρπάχνει μία και καλιά του! Πάει ν’ ανοίξει το ένα κίτρο, μα δεν θυμότουν το νερό κι όπως το έκοψε, πετιέται μια κοπέλα όμορφη και λέει:
«Νερό !» Σαν δεν είχε να της δώσει, εκείνη εχάθηκε.
Το βασιλόπουλο ανατρόμαξε. Όπου καθώς επήγαινε, σκίζει και τ’ άλλο κίτρο. Πάλι όμως ελησμόνησε το νερό κι εχάθηκε κι εκείνη η κυρά, που ήτανε πιο όμορφη απ’ την πρώτη.
Ω! λέει, να βρω νερό να έχω, αν μου γυρέψει η τρίτη. Να ιδούμε τι θα κάμει.
Σκίζει το τρίτο κίτρο, πετιέται μια κόρη όμορφη σαν τον ήλιο, η Γδυμνοπουκαμισάκι και λέει:
«Νερό!»
«Ιδού, κυρά μου!»
Πέφτει εκείνη στο νερό κι ελούστηκε. Κι έτσι έμεινε, δεν έσβησε.
«Ω! κυρά μου! να σε πάρω γυναίκα».
«Ναι! μα πώς θα με πάρεις Γδυμνοπουκαμισάκι; Βάλε με πάνω στην κιτριά, τη μάνα μου και φέρε ρούχα να ενδυθώ».
Και το βασιλόπουλο εντρεπότανε Πάει το λοιπόν στο σπίτι του και κάνει την κουβέντα της βασίλισσας της μάνας του.
«Ω! παιδί μου, θα γίνει η κατάρα της Γδυμνοπουκαμισάκι!»
Είπε πως θα χαθεί, αν δεν την πάρει κι εκείνη επαραδέχτηκε:
«Κάμε όπως θέλεις».
Εφόρτωσε λοιπόν γάντια, φορέματα, απ’ όλα τα βασιλικά πράματα, ένα καλάθι κι επήγαινε.
Εις το διάστημα για να πάει εκείθες ήταν μια λάμνισσα κοντά στην κιτριά κι είχε τρεις θυγατέρες. Μια μέρα, στέλνει τη μικρή της θυγατέρα να πάρει νερό απ’ το πηγάδι εκείνο, για να ζυμώσουνε. Σκυφτεί η κοπέλα απάνω στο πηγάδι, για να βγάλει νερό, βλέπει τη Γδυμνοπουκαμισάκι.
Κοίταξε όμορφη που είμαι, λέει, και με στέλνει η μάνα για νερό!
Η λάμνισσα λοιπόν ανησυχούσε.
Πήγαινε, λέει, στην άλλη θυγατέρα, να ιδείς τι απογίνε εκείνο το κορίτσι που στείλαμε για το νερό!
Να μην τα πολυλογούμε, έτσι εκάμανε και οι τρεις θυγατέρες. Να πάω κι εγώ, που λείπουνε και οι τρεις και δεν εζυμώσαμε το ψωμί.
Μάνα, που μας στέλνεις για νερό, έλα να δεις τι όμορφες που είμαστε!
Οι βλάκες δεν βλέπανε τα τέσσερα κεφάλια! Η λάμνισσα, όμως εκατάλαβε:
«Μπα! λέει, δε βλέπετε την όμορφη κυρά που είναι στο δέντρο;»
Εσήκωσε τα μάτια της και λέει στη Γδυμνοπουκαμισάκι:
«Κατέβα ογλήγορα να σε φάω, οπού με χασομέρησες!»
«Άσε με, θα ’ρθει ο γιος του βασιλέα να με πάρει!»
«Όχι! Θα σε φάω».
«Πήγαινε να ζυμώσεις κι επιστρέφεις να με φας».
Άμα εζύμωσε η λάμνισσα, γυρνάει στο δέντρο.
«Κατέβα να σε φάω! έχω να κάψω φούρνο».
«Πήγαινε, κάψε το φούρνο σου κι επιστρέφεις να με φας».
Άμα έκαψε το φούρνο της, γυρνάει στο δέντρο.
Έλα, κατέβα τώρα, δεν έχω άλλη δουλειά.
Καθώς κατέβαινε η Γδυμνοπουκαμισάκι, πέφτει μες στο πηγάδι και γίνηκε ένα χέλι ολόχρυσο. Οπού, ετότες, λέει η λάμνισσα της μικρής της θυγατέρας, που ήτανε κομμάτι νοστιμούλα:
«Γδύσου, να πας στο δέντρο απάνω, που θα ’ρθει ο βασιλιάς».
Την άλλη μέρα φθάνει ο βασιλιάς με άμαξα. Εκεί η μικρή της λάμνισσας:
Γιατί άργησες, βασιλιά μου;
«Πώς εγίνηκες έτσι, που ήσουνα αφρός όταν εβγήκες απ’ το κίτρο!»
«Ο άνεμος κι ο ήλιος με καταντήσανε έτσι. Θα ματασιάξω πάλι».
Τι να κάμει ο βασιλιάς. Την έντυσε, τη στόλισε και την οδήγησε στη μάνα του.
«Αυτή είναι που έλεγες τις ομορφιές ! Οϊμένα τι έπαθες, παιδί μου!»
«Μάνα, ο ήλιος, το νερό, ο αέρας...»
Τον στεφανώσανε λοιπόν μ’ ένα σωρό χαρές. Καλά κι επέρναε ο καιρός. Μια μέρα ζητά ο βασιλιάς σ’ έναν του δούλο να φέρει νερό απ’ το πηγάδι της κιτριάς να πιει. Κι όπως ανέβαζε το σίγλο, πηδά μέσα το χέλι. Τρέχει στον βασιλιά όλο γέλια και χαρές πως έπιασε ένα χέλι χρυσό!
«Ω! να το βάλουμε σε βάζο γυάλινο με νερό, να το κάμουμε γούστο!»
Οπού, πραγματικώς κι εκάμανε.
Εκείνη λοιπόν η λαμνιοπούλα, η βασίλισσα, δεν το ήθελε το χέλι κι εδιάταξε να το σφάξουνε. Ο βασιλιάς δεν ήθελε, εκείνη ήθελε. Τέλος, τον εκατάφερε και το ψήσανε και το φάγανε. Κι εδιάταξε η βασίλισσα τα κόκαλα να τα πετάξουνε στη θάλασσα και να μην αφήσουνε ούτε ένα να πέσει χάμω. Καθώς εβγαίνανε όμως από την πόρτα του περιβολιού, πέφτει ένα και δεν το πρόσεξε κανείς. Που λοιπόν, εδεκεί από το κόκαλο, εβγήκε ένα ομορφότατο δέντρο.
Λέει ο περιβολάρης:
«Θα γίνει ένα δέντρο που θα στολίζει το περιβόλι».
Και πραγματικώς, στο χρόνο απάνω, εγίνηκε ένα δέντρο τρέλα. Οπού εσεργιανίζανε όλοι μέσα στο παλάτι και το δέντρο δεν εκουνιότανε καθόλου. Μόλις επέρναε η βασίλισσα το δέντρο να τη σκίσει, να της βγάλει τα μάτια. Όταν εκαθότανε στη σκιά του ο βασιλιάς, έριχνε ανθούς και τον εράντιζε. Εκείνη λοιπόν η λαμνιοπούλα ζητά να το χαλάσουνε. Ο περιβολάρης, που τ’ άκουσε, επέσαν τα φτερά του.
Τέλος πάντων, εδιάταξε η βασίλισσα να το κόψουν και τα ξύλα να τα κάψουν σ’ ένα λόγγο και να μη δώσουν ούτε ψιχαλάκι αλλουνού. Στο δρόμο, που επηγαίνανε, απαντήσανε μια γριά και τους ζήτησε ένα κομμάτι ξύλο. Δεν μπορούσαν να της δώσουν. «Παιδιά μου, κάμετε ευσπλαχνία, που είμαι φτωχή, να πάω να μαγειρέψω και μην το πείτε της βασίλισσας!»
Ο Επιστάτης της έδωσε ένα μεγάλο ξύλο και πήγε η γριά να το λιανίσει. Καθώς το εχτύπαε, ακούει από μέσα μια φωνή:
«Βάρει απάνω, βάρει κάτω και στη μέση μη βαρείς, γιατί είναι κόρη μέσα κι η καρδούλα της πονεί». Το πήρε η γριά με προσοχή, το έσκισε και βγήκε από μέσα μια κόρη, που δεν είχε κοιταμούς από την ομορφιά. Η γριά λοιπόν η χαρά της χαρά!
«Να σε κάμω θυγατέρα μου».
«Κι εγώ μάνα μου».
Άρχισε λοιπόν η νέα λίγο λίγο κι έκαμε κεντήματα κι έβγανε λεφτά κι εζούσανε.
Μιαν ημέρα λέει της γριάς:
«Μάνα, πας να μου πάρεις μετάξια και ύφασμα που χρειάζομαι;»
Πάει η γριά και της παίρνει έναν πήχη ατλάζι και μεταξωτές κλωστές. Κάθεται τότε η κοπέλα και σχεδιάζει ό,τι επέρασε στη ζωή της, όλα, τα τρία κίτρα, τη λάμνισσα και το πηγάδι, το χρυσό χέλι, το δέντρο. Όλα τα ιστόρησε. Κι έπειτα τα κέντησε με τις χρυσοκλωστές και λέει της γριάς:
«Να το πας ετούτο να το πουλήσεις στο παλάτι τού βασιλιά. Θα πιάσουμε πολλά λεφτά».
Το πήρε η γριά και το πήγε. Η βάρδια στην είσοδο δεν την άφηνε ν’ ανέβει.
Το πήγε ο σκοπός επάνω και το ’δώσε του βασιλιά.
Ένα ένα που τα κοίταζε ο βασιλιάς, αμέσως υποψιάστηκε.
«Πού το βρήκες;»
«Μια γριά το ’φερε».
«Πες της να ’ρθει απάνω».
Το ’δε και η βασίλισσα.
«Μπα, λέει, διώξε την».
Γιατί εγνώριζε η λαμνιοπούλα, αλλά πού ο βασιλιάς! Λέει της γριάς:
«Ποιος το έφτιασε ετούτο το ωραίο εργόχειρο;»
«Η θυγατέρα μου! Ήρθα να το πουλήσω, για να πιάσομε τίποτα λεφτά να ενδυθούμε».
«Λοιπόν, το παίρνω! Και της έδωσε μια χούφτα λίρες. Αύριο να φέρεις τη θυγατέρα σου να σας κάμω το τραπέζι».
Εκείνη λοιπόν η βασίλισσα όλο εθεριζότανε που έβλεπε τον βασιλιά να έχει τέτοια επιμονή!
Την άλλη τη μέρα επήγανε η γριά με την κόρη κι είχε μεγάλο τραπέζι ο βασιλιάς.
Άμα αποφάγανε, λέει:
«Να πει ο καθένας ένα παραμύθι, τι έχει περασμένα στη ζωή του. Έχω γούστο να τ’ ακούσω».
Αρχινήσανε λοιπόν ο καθένας και λέγανε, λέγανε. Ήρθε και η σειρά της γριάς κι είπε για το ξύλο που εζήτησε. Κι ο βασιλιάς τ’ άκουγε όλα με μεγάλη αφοσιότητα [προσήλωση].
Έπειτα, είπε κι η κόρη την ιστορία της, όλα, από την αρχή ίσαμε το τέλος. Κι ο βασιλιάς:
«A! κυρά μου, εσύ ήσουνα!»
«Ναι, εγώ!»
Και βγάνει το μάντιλο που έκρυβε το πρόσωπό της κι έλαμψε όλη η κάμαρη.
«Τι να κάμουμε σ’ αυτήν που σ’ έκαμε να υποφέρεις τόσα;»
«Δε θέλω άλλη τιμωρία, παρά να πάει σπίτι της».
Ε! και πραγματικώς, έφυγε από το παλάτι η ψεύτικη βασίλισσα.
Ετότες εστεφανώθηκε ο βασιλιάς και πήρε την Κιτροπούλα, τη Γδυμνοπουκαμισάκι.
Ζάκυνθος
Αποσυμβολισμός
Η Γδυμνοπουκαμισάκι είναι η ενσάρκωση της αυθεντικής αγάπης και της αγνότητας, σε αντίθεση με την επιφανειακή, ψεύτικη εικόνα της λαμνιοπούλας. Το παραμύθι μιλά για το μακρύ, δύσκολο ταξίδι της αναζήτησης του αληθινού (βασιλόπουλο → περιπέτειες → Γδυμνοπουκαμισάκι), γεμάτο εμπόδια, ψευδαισθήσεις, μαγικά αντικείμενα και δοκιμασίες. Τα τρία κίτρα συμβολίζουν ευκαιρίες, αλλά και την ανάγκη ετοιμότητας — μόνο στο τρίτο καταφέρνει να κρατήσει τη Γδυμνοπουκαμισάκι. Το χρυσό χέλι και το δέντρο που «αντιδρά» ανάλογα με τον χαρακτήρα της ψεύτικης νύφης και του βασιλιά, υπογραμμίζουν πως η αληθινή ουσία δε χάνεται αλλά μεταμορφώνεται και επιβιώνει. Η αποκατάσταση της αλήθειας δεν έρχεται με βία, αλλά με σοφία, τέχνη (το κέντημα!) και υπομονή.
Ηθικό δίδαγμα
Η αληθινή αγάπη, η ομορφιά της ψυχής και η αρετή δεν χάνονται, όσο κι αν διωχθούν ή αλλοιωθούν. Χρειάζεται πίστη, υπομονή και επιμονή για να νικήσει η δικαιοσύνη και να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Οι δοκιμασίες είναι απαραίτητες για να φανεί ποιος αξίζει τι.
Η ιστοσελίδα μου
Τα Podcast μου:
https://angeligeorgiastoryteller.gr
https://mithoikaipolitismoi.gr
https://akougontasmetingeorgia.gr
https://theatromeangeligeorgia.gr
Το κανάλι μου στο you tube
https://www.youtube.com/@angeligeorgia808
Facebook σελίδα Αγγελή Γεωργία:
https://www.facebook.com/angeligeorgia
Facebook σελίδα Μύθοι και πολιτισμοί: